ἔναντα

ἔναντα (
A

ἐνάντᾳ Tim.Pers.11

), Adv. opposite, over against, c.gen.,

ἔ. Ποσειδάωνος ἄνακτος ἵστατ' Ἀπόλλων Il.20.67

;

τοὶ δ' ἔ. στάθεν Pi. N.10.66

;

τὸν δ' ἔ. προσβλέπειν νεκρόν S.Ant.1299

(lyr.);

ἔ. ἐλθεῖν E. Or.1478

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έναντα — ἔναντα (Α) επίρρ. με γεν. ή δοτ. 1. απέναντι, αντίκρυ, κατά πρόσωπο («ἔναντα Ποσειδάωνος ἄνακτος ἵστατ Ἀπόλλων», Ομ. Ιλ.) 2. κατά τον Ησύχ. «φανερῶς» …   Dictionary of Greek

  • ἔναντα — opposite indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Enantiornithes — Rekonstruktion von Iberomesornis im Museo Nacional de Ciencias Naturales in Madrid Zeitraum Unterkreide bis Oberkreide 130 bis 65 …   Deutsch Wikipedia

  • άντα — Ο μεγαλύτερος παραπόταμος (313 χλμ.) του Πάδου και τέταρτος σε μήκος ποταμός της Ιταλίας. Πηγάζει από τις Ρετικές Άλπεις σε ύψος 2.290 μ. και ο άνω ρους του διαρρέει την κοιλάδα Βαλτελίνα που σχημάτισαν οι διαβρώσεις των παγετώνων. Εκβάλλει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.